Καλωσόρισμα!

Το photografy δια χειρός δε φιλοξενεί τίποτα περισσότερο από μερικές ερασιτεχνικές φωτογραφίες, οι οποίες φιλοδοξούν οτί οι "αδελφές" τους θα κάνουν μια μέρα το γύρο του κόσμου! Τα όνειρα αποτελούν κομμάτι της φαντασίας και παίρνουν μορφή με τη φωτογραφία. Βέβαια αν το όνειρο ανταποκρίνεται της πραγματικότητας ή όχι είναι άλλο θέμα. Υποθέτω πως δεν έχει και τόση σημασία... αλλά είναι σίγουρα σημαντικό να έχεις τη θέληση να το κάνεις ο ίδιος πράξη!


Κυριακή, 18 Μαρτίου 2012

Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2011

in the shadowplay

Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2011



Τα μάτια μου έκαιγαν. Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα ήταν να βάλω ζεστά ρούχα και να βγω μια βόλτα στην παραλία. Το μπουφάν μου έμοιαζε με κινητό περίπτερο. Νερό, χαρτομάντιλα, μουσική, τσιγάρα, κλειδιά… Ξεκίνησα κάνοντας ένα τηλεφώνημα, είχα να δω τη μάνα μου μέρες και ένιωθα να μου λείπει. Μου πέρασε αμέσως, όταν άρχισε τη γκρίνια υποδεικνύοντάς μου πως δεν είναι η σωστή ώρα για μια τέτοια βόλτα και να την πάρω τηλέφωνο αμέσως μόλις μπω στο σπίτι. Είναι μια από τις αγαπημένες της λέξεις η «σωστό» και κατά συνέπεια μια από τις χειρότερες δικές μου. Τερμάτισα την κλήση όσο πιο γρήγορα μπορούσα καθησυχάζοντας την λέγοντας πως δεν θα καθυστερήσω. Έβαλα αμέσως τα ακουστικά στα αυτιά μου και κατέβαινα την κατηφόρα. Έβλεπα στο βάθος τη θάλασσα, τα μάτια μου δε σταμάταγαν να καίνε. Το κάψιμο έφτανε ως τα αυτιά μου, έτεινε να μετατραπεί σε πονοκέφαλο. Μόλις είχα δει για πολλοστή φορά την αγαπημένη μου ταινία, έκλαιγα με λυγμούς επί δύο ώρες…αδυνατώ να καταλάβω γιατί αυτή η ιστορία με ρίχνει κάτω. Έφτασα εκεί που ήθελα, στο ωραιότερο σημείο της περιοχής, και λόγω αναμνήσεων και λόγω ωραιότητας αντικειμενικά Τα φώτα του δρόμου έδιναν χρώμα στα ζωηρά κύματα. Μια παρέα παιδιών καθόταν στο κοντινό παγκάκι, έπαιζαν με τα αδέσποτα σκυλιά κι εκείνα τα εμπιστεύτηκαν αμέσως. Όταν χρειάζεσαι να νιώσεις κάτι το κάνεις χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς καχυποψία. Χάρηκαν κι αυτά για λίγο μέχρι που οι περαστικοί τα άφησαν πίσω τους. Τους ακολούθησαν για λίγο μα πάλι εκεί γύρισαν κι έτρεχαν γύρω γύρω, ώσπου να έρθει η επόμενη παρέα…
Κάθισα σε ένα βράχο, έχω την εντύπωση ότι κάθομαι πάντα σε αυτόν. Δεν ξέρω αν κάθομαι πάντα εκεί επειδή είναι πιο βολικός λόγω σχήματος ή επειδή είναι η θέση του τέτοια που μου δίνει την καλύτερη θέα. Μπορεί απλά να τυχαίνει ή μπορεί να κάνω και λάθος, να μην κάθομαι πάντα εκεί. Το αεράκι με φυσούσε γλυκά, δεν ήταν καθόλου επιθετικό απέναντί μου απόψε. Στα αυτιά μου ο ήχος ενός πιάνου συνοδευόμενος από τη βραχνή φωνή ενός καλλιτέχνη που ως τώρα σιχαινόμουν, χωρίς να έχω ποτέ δοκιμάσει να ακούσω. Το μυαλό μου άδειασε, δε σκεφτόμουν τίποτα, κοιτούσα τα κύματα και πήγαινα κι εγώ πέρα δώθε μαζί τους. Ένα γάβγισμα δίπλα μου με ξύπνησε, ένα ζευγάρι που έκανε το βραδινό του περίπατο έδωσε στα σκυλιά λίγη χαρά ακόμη. Δεν άργησα να παραδοθώ στο τελευταίο τσιγάρο στην αριστερή μου τσέπη. Άρχισα να κρυώνω, φόρεσα την κουκούλα… τα αφτιά μου είχαν παγώσει. Το τσιγάρο μου τελείωσε γρήγορα. Πρώτη φορά νιώθω να εξαρτώμαι τόσο πολύ από κάτι, σιγά τη γεύση στο κάτω κάτω . Καθόμουν ακίνητη περίπου μισή ώρα, σήκωσα το κεφάλι μου και κοίταξα τον ουρανό. Απορώ πως δεν το είχα κάνει νωρίτερα, συνήθως τον κοιτάζω συνέχεια όποτε έχω τη δυνατότητα να τον δω. Ήταν μαγευτικός με αυτές τις μικρές φωτεινές κουκίδες σκορπισμένες παντού. Αποτελείωσα το χυμό μου και πήρα το δρόμο για το σπίτι. Περπατούσα τόσο αργά κι όμως έφτασα γρηγορότερα από κάθε άλλη φορά, είχα χάσει την αίσθηση του χρόνου. Το κάψιμο επέμενε και τελικά ο πονοκέφαλος δε με απαρνήθηκε. Μπήκα στο σπίτι και άναψα ένα μικρό λαμπατέρ με λιγοστό φως. Απάλλαξα τον εαυτό μου από το βάρος του μπουφάν και έκανα αυτό που δεν είχα σκεφτεί κάποια ώρα πριν… έχωσα το κεφάλι μου κάτω από τη βρύση.

Σάββατο, 8 Οκτωβρίου 2011

Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2011

Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2011

Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2011


Κυριακή, 24 Ιουλίου 2011

Δευτέρα, 18 Ιουλίου 2011

Ροβιές, κοχύλι

Κυριακή, 19 Ιουνίου 2011

Δραματική Σχολή

Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2011

Τετάρτη, 8 Ιουνίου 2011

Αστερόσκονη

Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2011

Τετάρτη, 25 Μαΐου 2011

Δευτέρα, 23 Μαΐου 2011

Κυριακή, 1 Μαΐου 2011

Σάββατο, 16 Απριλίου 2011

Κυριακή, 3 Απριλίου 2011

Άπτερος Νίκη

Τετάρτη, 2 Φεβρουαρίου 2011

43,3

Τρίτη, 25 Ιανουαρίου 2011

Δευτέρα, 3 Ιανουαρίου 2011

Ξύλο, σίδερο, μπογιά

Κυριακή, 19 Δεκεμβρίου 2010

Πύργος



Κληρονομιά από αναμνήσεις



Ξαφνιάζομαι! Έχω την αίσθηση ότι είμαι μέσα, πολλά χρόνια πίσω. Βλέπω τον παππού να παλεύει με τα κούτσουρα, κι αυτά με τη σειρά τους να δίνουν τη δική τους μάχη με τις φλόγες δίχως να μπορούν να σωθούν ποτέ. Οι φλόγες σαν γλώσσες τα γλείφουν απαλά ώσπου αυτά να γίνουν στάχτη και μέχρις ότου χαθεί κι αυτή. Κληρονομιά που η εγκατάλειψη δε με αφήνει να απολαύσω και χάνομαι στις σκέψεις μου κληρονομώντας μόνο τις αναμνήσεις καθώς μόνο το τζάκι και ότι έχει απομείνει από την ξύλινη πιατοθήκη της γιαγιάς μένουν όρθια σε αυτό που έτρεφε την παιδική ψυχή μου.

Τετάρτη, 8 Δεκεμβρίου 2010

Το φως μου

Τρίτη, 30 Νοεμβρίου 2010

Olive boy

Κυριακή, 14 Νοεμβρίου 2010

Ακόμη ένα απόγευμα

Γιάννενα

Κυριακή, 26 Σεπτεμβρίου 2010

Αμοργός

Κυριακή, 15 Αυγούστου 2010

Gelato Italiano

Χωριάτικο άρωμα

Κυριακή, 8 Αυγούστου 2010

Γκάζι

Δευτέρα, 26 Ιουλίου 2010

Κέντρο στην άκρη

Κυριακή, 11 Ιουλίου 2010

Αντίο

Το μηχάνημα τεχνικής υποστήριξης έγινε η ελπίδα μου. Δεν ήθελα με τίποτα να φύγω, ήθελα να μείνω απ’ έξω κι ας μην είχα απολύτως καμία οπτική επαφή μαζί σου. Δεν ήθελα να χάσω τον τελευταίο παλμό της καρδιάς σου. Ακόμα κι όταν η εφημερία τελείωσε κι όλοι είχαν πια φύγει, περίμενα υπομονετικά παρακολουθώντας τη συχνότητα των χτύπων και κάθε φορά που έκαναν κάποια παύση, έτσι κοβόταν κι η αναπνοή μου. Μόλις επέστρεφε ο σφυγμός, τότε επέστρεφε κι εκείνη, ανακουφισμένη κάπως που η καρδιά σου χτυπούσε ακόμη. Ο τομέας των επειγόντων περιστατικών έκλεισε, μεταφέρθηκες σε άλλον όροφο, σε δικό σου δωμάτιο, για να φύγεις ήσυχα… είπε ο γιατρός μιας που δεν υπήρχε ελπίδα ανάκαμψης. Το μηχάνημα έπαψε να μου δίνει κουράγιο, δε με ένοιαζε τι έλεγε ο γιατρός, το μηχάνημα ήταν και των δυο μας το στήριγμα· όμως μέχρι τη στιγμή που όλοι ξεσπάσαμε σε κλάματα.

Δευτέρα, 24 Μαΐου 2010

Μια μπάλα Αθήνα, παρακαλώ!

Σχεδόν σιχαίνομαι το καλοκαίρι. Πόσο μάλλον το φετινό που οι μέρες της άδειάς μου πλησιάζουν απειλητικά σε αριθμό τους βαθμούς της θερμοκρασίας της Μόσχας το καταχείμωνο. Η ζέστη είναι ανυπόφορη και από τα βαγόνια του μετρό αναδύεται ένα άρωμα πιο ευωδιαστό από οποιοδήποτε άλλο! Βγαίνοντας, η παχιά από το καυσαέριο ατμόσφαιρα μοιάζει βαθιά ανάσα. Ένας τουρίστας δίπλα μου εξυμνεί την Αθήνα σε κάποιον στο κινητό του τηλέφωνο. Μα την Αθήνα; Την Αθήνα που περισσότεροι από 2 εκατομμύρια άνθρωποι αγανακτούν καθημερινά και αναθεματίζουν την ώρα και τη στιγμή που βρέθηκαν σε αυτήν την πόλη με τους υπόλοιπους 4 εκατομμύρια κατοίκους της και αυτός χαίρεται; Αναρωτιέμαι αν θα σκέφτονταν το ίδιο οι Ρωμαίοι αν καταλάβαιναν τι έλεγα για την πόλη τους, τότε που πλημμυρισμένη από χαρά περιέγραφα τη Via Veneto και τη Fontana Di Trevi.

Ο κόσμος βγαίνει πιο πολύ αυτές τις ημέρες. Οι πλατείες γεμίζουν πλανόδιους πωλητές και ανθρώπους που χαζεύουν ενώ σπανίως αγοράζουν κάτι. Ζευγάρια σουλατσάρουν χέρι χέρι στους πεζοδρόμους και συναυλίες δίνουν και παίρνουν. Παππούδες βγάζουν βόλτα τα εγγόνια τους κι έτσι τα βράδια γίνονται μονομιάς πιο γλυκά, σαν το αγαπημένο μου παγωτό χωνάκι.



Πέμπτη, 6 Μαΐου 2010

Τρίτη, 20 Απριλίου 2010

Άντε μπαμπά!


Τετάρτη, 7 Απριλίου 2010

Μπουφ!


Παρασκευή, 5 Μαρτίου 2010

Μπλε


Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2010

Η Κυριακή της εγκατάλειψης


Παρασκευή, 5 Φεβρουαρίου 2010

Το αστεράκι της σοφίτας

Κάθε μέρα φωνές και υποδείξεις, είχαν ξεχάσει ότι δεν είχε φτάσει ούτε τα 10. Τον αντιμετώπιζαν σαν τον ενήλικο πλέον άνδρα που έπρεπε να αναλάβει τις ευθύνες του τόσο μέσα στο σπίτι όσο και έξω από αυτό, είτε στρώνοντας τα κρεβάτια και ετοιμάζοντας το πρωινό, είτε φροντίζοντας για την άρτια επιστροφή του κατά μερικά χρόνια νεότερου αδερφού του από το νηπιαγωγείο.
Τα απογεύματά του τα αφιέρωνε στη μελέτη, δεν ήθελε να προστεθεί το όνομά του στη λίστα με τους μελλοντικούς αιώνιους εργάτες όπως ήταν οι γονείς του, οι γονείς των φίλων του και όπως άλλωστε ήταν οι περισσότεροι μεγάλοι στην πόλη του.
Οι μόνες ώρες που του ανήκαν ήταν μετά τις οχτώ το βράδυ, όπου ο αδερφός του κοιμόταν και οι γονείς του καθηλώνονταν πλέον μπροστά στην τετράγωνη οθόνη, κοιτώντας τη σαν υπνοτισμένοι μέχρις ότου αποκοιμηθούν.
Κλειδωνόταν τότε στο μικρό δωμάτιο στη σοφίτα, μιας που ο μικρός ήταν πλέον αρμοδιότητα της μητέρας, και κολλούσε το μικροσκοπικό του προσωπάκι στο τζάμι. Του άρεσε να σχεδιάζει πάνω στα θολά από τα χνώτα του τζάμια. Αν ήταν τυχερός και δεν είχε συννεφιά έβλεπε και τα αστέρια και αν έπεφτε και κανένα... τότε κατενθουσιαζόταν. Έμενε ακίνητος για ώρες και ονειρευόταν ποιος ξέρει τι...

Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2010

Pure Morning


Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2010

Παρίσι


Παρασκευή, 1 Ιανουαρίου 2010

Η βασίλισσα του κόσμου μου

Ήρθα να σε δω μετά από μήνες. Όχι τόσο επειδή το ήθελα αλλά επειδή αν το καθυστερούσα λίγο ακόμη νομίζω δε θα ερχόμουν ποτέ πια. Ήσουν ίδια όπως πάντα, καθισμένη στην ίδια πολυθρόνα, με τα ίδια ρούχα και τον ίδιο κότσο στα μαλλιά, ίδιες ιδέες και αντιλήψεις… μα βέβαια, δεν τα έχεις αλλάξει τόσα χρόνια γιατί να τα αλλάξεις τώρα;
Είχα σχεδόν ξεχάσει πόσα πράγματα μπορεί να πάρει κανείς από σένα, τόσο από τις γνώσεις σου από τα πολυάριθμα βιβλία που έχεις διαβάσει όσο και από τα βιώματά σου. Θαυμάζω τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιώντας απλές λέξεις σχεδιάζεις τους πιο ωραίους πίνακες, τους οποίους στη συνέχεια δωρίζεις στους συνομιλητές σου κάνοντας τις αναμνήσεις σου να μένουν ανεξίτηλες και στο δικό τους νου.
Σε κοιτάζω από την πόρτα φεύγοντας, κουνώντας σου το χέρι για αποχαιρετισμό και η εικόνα σου είναι πιο λαμπερή από κάθε άλλη φορά. Η πολυθρόνα είναι ο θρόνος σου, το σαλόνι η αυλή σου, νοσοκόμοι και γιατροί οι αυλικοί σου κι εμείς απλά οι γελωτοποιοί σου.


Κυριακή, 27 Δεκεμβρίου 2009

Το χαμόγελο της Αιώρας


Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2009

Drive me to the moon


Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2009

Υποταγμένος στα όνειρά του


Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2009

Με άριστα το 10

Πόσες ανασφάλειες μπορούν να χωρέσουν σ' ένα νου; Από το 1 έως το 10, σοβαρά! Να 'ναι 1, 2 ή μήπως 7; Κι αν υποθέσουμε ότι ο νους είναι γένους θηλυκού το νούμερο αγγίζει το 10 ή είναι η ιδέα μου; Και τι μορφή να έχει η ανασφάλεια; Μάλλον σαν σκιά θα είναι. Όχι, όχι! Θα 'ναι μια ψιλόλιγνη ασχημομούρικη μορφή που μοιάζει απελπιστικά στον φιλόλογο που πάντα έτρεμα όταν ακόμη πήγαινα σχολείο. Κι όσο το διαγώνισμα θα πλησιάζει, τόσο θα δυναμώνει η ματιά του και θα μεγαλώνει η μύτη του ώσπου θα θυμίζει πιο πολύ πια τον Πινόκιο, με την τεράστια μύτη του να πλησιάζει απειλητικά το μάτι μου, έτοιμη να μου το βγάλει.


Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2009

Ο καλύτερός μου... αδερφός

Ήταν ο καλύτερος αδερφός που θα μπορούσε να έχει ο Χάρης σαν μοναχοπαίδι. Από μικροί ήταν ολημερίς μαζί, πολλές φορές χάνονταν ως αργά στην παραλία… τους άρεσε να ψαρεύουν οι δυο τους και να μιλάνε με τις ώρες. Ο Ηλίας ήταν ο πιο αστείος, τα κορίτσια πάντα διάλεγαν εκείνον αν και ο Χάρης ήταν πιο όμορφος. Τρελαίνονταν να τους αραδιάζουν τρομακτικές ιστορίες για να έχουν άλλοθι να τα αγκαλιάσουν.. Μια φορά όμως χρειάστηκε να κάνει πίσω , ήταν εκείνη η πανέμορφη κοπέλα… ήταν και οι δύο το ίδιο παθιασμένοι μαζί της! Τελικά, επέλεξαν να την αγνοήσουν κι ας τη σκέφτονται ακόμη καμιά φορά, κρυφά ο ένας από τον άλλο, σαν τον ανεκπλήρωτο έρωτα που θα μπορούσε να τους έχει αλλάξει τη ζωή.
Ήρθε μια μέρα που ο Χάρης αποφάσισε ότι δεν του αρκεί πια το νησί, ότι είναι φτιαγμένος για μεγαλύτερα πράγματα κι ότι η ζωή είναι στις μεγαλουπόλεις. Ήταν η πρώτη φορά που ο Ηλίας επέλεξε να μην τον ακολουθήσει.
Παρ’ όλα αυτά, ακόμη κι αν τον άφησε πίσω, καμιά φορά ψαρεύει ακόμη μαζί του.

Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2009

Μαμά μου!

Περπατούσε για ώρα ώσπου να φτάσει στο σπίτι. Ανέβηκε τις σκάλες αγκομαχώντας, το ταχύ βήμα της είχε προκαλέσει καρδιοχτύπι και το ασανσέρ ήταν για ακόμη μια φορά χαλασμένο. Στο χαλάκι της εξώπορτας έβγαλε τα παπούτσια της, όχι τόσο για να μη χαλάσει το παρκέ της μαμάς της αλλά γιατί είχε αργήσει και… όπως και να ‘χει και για τα δύο θα ήταν υποχρεωμένη να ακούει τη γκρίνια της. Γύρισε υπομονετικά το κλειδί και άνοιξε την πόρτα, αυτή η στιγμή της φάνηκε ατελείωτη. Περπατώντας στις μύτες έφτασε έξω από το δωμάτιο. Της είχαν κάνει σαμποτάζ, κάποιος είχε κλείσει την πόρτα. Είχε αποφασίσει να μην πάει στην τουαλέτα ακόμα κι αν έσκαγε η φούσκα της από την πίεση γιατί αυτό θα οδηγούσε σε βέβαιο θάνατο κι έτσι άνοιξε σιγααααα σιγά την πόρτα του δωματίου. Όλα ήταν υπέρ της απόψε, όσο μπορούσε να θυμηθεί αυτήν την πόρτα, πάντα μα πάντα έτριζε όταν την παρενοχλούσαν. Την έκλεισε πίσω της… και πάλι αθόρυβα. Ουφ, φθηνά τη γλίτωσε. Πήρε μια βαθιά ανάσα και η καρδιά της άρχισε ξανά να λειτουργεί υπό φυσιολογικούς ρυθμούς, ώσπου πήρε την απόφαση να ανάψει το φως και
Ααα! Βοήθεια, ένα πτώμα! Μαμά, μαμά ένα πτώμα! και βγήκε από το δωμάτιο κοπανώντας την πόρτα, η οποία ούτε αυτή τη φορά έτριξε. Έλεος, θα σκεφτόταν αν δεν ήταν τόσο σοκαρισμένη από το φρικιαστικό θέαμα.
- Τί έγινε παιδί μου; ρώτησε η μητέρα της, που μάλλον έφερνε πιο πολύ στο Ρόκι Μπαλμπόα μετά από αγώνα από το πρήξιμο.
- Ε… ε… ένα πτώμα μαμά, στο δωμάτιο. Έκανε απελπισμένη.
Άνοιξε την πόρτα τρομαγμένη μεταξύ ύπνου και ξύπνιου…
- Τι λες παιδάκι μου; Δεν υπάρχει τίποτα εδώ μέσα! Τρελάθηκες;
- Εκεί μαμά, στη γωνία!
Κοίταξε ξανά και έτοιμη να της αστράψει μια σφαλιάρα που θα ήταν όλη δική της για την τρομάρα που της σέρβιρε καυτή καυτή μέσα στο βράδυ της είπε:
- Πλάκα μου κάνεις, έτσι; Δεν πιστεύω να μιλάς για την κατσαρίδα;
- Εεεεε…
- Και για να ‘χουμε καλό ερώτημα τι ώρα είναι αυτή δεσποινίς μου; Ε;